Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Χωρίς λόγια η μάλλον λίγα δύσκολα λόγια με ρητορικά χαλίκια



Θανάσης Παπακωνσταντίνου-Πεχλιβάνης

 Μια νύχτα θα `ρθει από μακριά, βρε αμάν αμάν
αέρας Πεχλιβάνης
να μην μπορείς να κοιμηθείς, βρε αμάν αμάν
μόλις τον ανασάνεις.
Θα `χει θυμάρι στα μαλλιά, βρε αμάν αμάν
κράνα για σκουλαρίκια
και μες στο στόμα θα γυρνά, βρε αμάν αμάν
ρητορικά χαλίκια.

Θα κατεβεί σαν άρχοντας, βρε αμάν αμάν
θα κατεβεί σαν λύκος
να πάρει χρώμα και ζωή, βρε αμάν αμάν
της μοναξιάς ο κήπος.
Τα μελισσάκια θα γυρνούν, βρε αμάν αμάν
γύρω απ' τις πολυθρόνες
και το νερό το κρύσταλλο, βρε αμάν αμάν
θα ρέει απ' τις οθόνες.

Αέρα να `σαι τιμωρός, βρε αμάν αμάν
να `σαι και παιχνιδιάρης
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου, βρε αμάν αμάν
να `ρθεις να μου την πάρεις,
για να κοιτάει από ψηλά, βρε αμάν αμάν
του κόσμου τη ραστώνη,
να ξεχαστεί σαν των βουνών, βρε αμάν αμάν
το περσινό το χιόνι.

Η αρχή και το τέλος είναι όλα τα λεφτά


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Αφού πηδήσαμε, ακόμα μια ανάρτηση, ακόμα ένας Θανάσης.

......οι δυό τελευταίοι ποιητές μαζί συντραγουδώντας; Ω τι ευτυχία μαμά. Μη με πας στο ΠΙΚΠΑ σήμερα, Θα ακούσω Αγγελάκα να απαγγέλει Θανάση.
Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός
βγαίνει απ’ τα πιο σφιγμένα χείλη.
Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά
ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.

Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος
η χαραυγή θα σε ξεκάνει.
Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά,
κι έχει τον ήλιο τον αλάνη.

Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός
στις εκβολές του θα προσφέρει
όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν
κι όσα γι’ αυτά κανείς δεν ξέρει.

Πίσω απ’ τους λόφους, πίσω απ’ τα βλέφαρα
υπάρχει τόπος και για σένα.
Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα,
χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα.

Ανάρτηση για ψύλλου πήδημα;

Τι θα γίνει σύντροφοι; Θα αναρτώ για ψύλλου πήδημα εκεί που αναρτούσα στο πήδημα;
Ακόμα ένας Θανάσης.
San Michele
Δε μ’ αναγνωρίζετε γιατί έλειπα καιρό,
τα δάκρυά μου δε σας λένε κάτι.
Λοιπόν, διηγηθείτε μου τι έγινε εδώ
να βρω ξανά του νήματος την άκρη.

Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας,
που κάνουν τα καλάμια να λυγίζουν,
στα όρια των χωραφιών κι εν μέσω άπνοιας
τα μέτωπα των αγροτών δροσίζουν.
Πείτε μου εκείνες τις ιστορίες σας.

Φωτογραφίες δείξτε μου αυτών που Κυριακή
γεννήθηκαν κι εκείνων που έχουν πέσει,
από τη βάρκα λίγο πριν φτάσει στην ακτή,
γιατί η ζωή τους πια δεν τους αρέσει.

Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή,
σαν σβήνουνε τα φώτα στην πλατεία.
Καθώς και τ’ απογεύματα μετά την προσευχή
και πριν να ξεκινήσει η αλητεία.
Τα τραγούδια πείτε μου που λέτε την αυγή.

Αν συνεχίζουν πείτε μου κοιτώντας τη φωτιά,
οι άνθρωποι να κάθονται στις φτέρνες,
και αν οι ομορφότερες γυναίκες στα κρυφά,
κάτω από τη γλώσσα εκτρέφουν σμέρνες.

Πείτε μου, ακόμα, αν έρχεται στην άκρη του χωριού
ο λύκος του θανάτου τους χειμώνες,
που σαν κουνούσε την ουρά το γάλα έπηζε
στα τρομαγμένα στήθη απ’ τις λεχώνες.
Πείτε μου ακόμα αν έρχεται στην άκρη του χωριού.

Πείτε μου, μη βρέθηκε η σκάφη που, παλιά,
λουζόμουνα με ήλιο και με χιόνι
ή τα μαλλιά που φύλαξε απ’ την πρώτη μου κούρα
η μάνα που ακόμα ρούχα απλώνει.

Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν το χυτό,
συντρόφια, μήπως βρέθηκε και κείνο,
να φτύσω μέσα με οργή που οι νέες εποχές
με κάνουνε να μοιάζω με κρετίνο.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Ένας υπέροχος άνθρωπος, ένας υπέροχος ηθοποιός

 Ποιός Louis de Funès, εδώ μιλάμε για τον Θανάση.
Από την "Ο Θανάσης στην χώρα της σφαλιάρας"
Η κρουαζιέρα στα νησια της εξορίας (Ανάφη, Αη Στράτη, Ικαρία) του εξαδέρφου μου άρεσε.


 "Στην γαλέρα της ζωής μου τραβηξα αγριο κουπί"


Ακόμη μια ένδειξη της αυξανόμενης μισανθρωπίας μου


 Ο Θανασάρας κατά Χαρούλη, ήταν καθηγητής μου κάποτε. Έκανε μηχανολογικό σχέδιο. 25άρης μηχανικός με το χακί Jaket-άμπέχωνο της εποχής μειλίχιος και ντροπαλός. Τον συνάντησα μετά από πολλά χρόνια σε εξώφυλλο  δίσκου του Βασ. Παπακωνσταντίνου ως γραφων τους στίχους του ¨Μαύρου Γάτου". Αμέσως διαισθάνθηκα πως ήταν ο Θανάσης.

Το σκουλαρίκι (για όσους θυμούνται την πλατεία Εξαρχείων το '80, '90)
Ένα πουλί απόδημο, καθόταν στην πλατεία
χάζευε τους περαστικούς, και έπινε μπύρα κρύα.
Η πρώτη φέρνει δεύτερη, κι η δεύτερη ζαλάδες
κάτω από τα καθίσματα, κινούνται συμπληγάδες.

Και ενώ στο Vox παιζότανε, έργο του Παζολίνι
χάλασε απότομα ο καιρός, και ξέσπασε μπουρίνι.
Δεν ήταν στάλες τις βροχής, για να κρατάς ομπρέλα
ήταν μπάτσοι διαλεχτοί, που κάναν πασαρέλα.

Κανένας δεν τους κοίταξε, τους γύρισαν την πλάτη
και μείνανε τα μανεκέν, στην πίκρα και στο άχτι.
Και έτσι όπως ήταν του χεριού, την πέσαν στο πουλάκι
γιατί είχε στη φτερούγα του, φτηνό σκουλαρικάκι.

Με γεια το μοντελάκι σου, που έφτιαξε ο Τσεκλένης
κυρ αστυνόμε το φτωχό,τι έφταιξα και δέρνεις.
Φταίει το σκουλαρίκι σου, γιατί ανταύγειες βγάζει
και ενώ 'μαι αυτοκράτορας, γελάει και με χλευάζει.