Έζησα στην δεκαετία του '70 τους οικοδόμους να σηκώνουν τις πλάκες από τα πεζοδρόμια και να δείχνουν στις μηχανοκίνητες αύρες της Αστυνομίας Πόλεων του θείου του Κωστάκη τι εστί βερύκοκο.
Έζησα και την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κρίνει παράνομη και καταχρηστική μια απεργία και όχι μόνο αυτό αλλά απαγορεύει τις μελλοντικές απεργίες με τα ίδια αιτήματα.
Πότε θα ζήσω την εκτόνωση της οργής τόσων ανθρώπων από την ζωή που τους προσφέρουν.
Την ζωή που δεν απαγορεύεται να είσαι απατεώνας, αλλά απαγορεύεται να ονειρεύεσαι.
Τυφλή δικαιοσύνη η μάλλον εταίρα δικαιοσύνη, στις προσταγές των ισχυρών.
1979. Αρτι αφιχθείς από Κυψέλη στας εξοχάς της Πετρουπόλεως. Ο γράφων, 16χρονος, φορούσε Μάο υπουκάμισο (μφρ. χωρίς γιακά), μακριά μαλλιά, μπλού τζήν με μπαλώματα και συνθήματα, λευκά πάνινα μποτάκια "αλυσίδα" (φθηνή έκδοση των all star), μερικά κουδουνάκια στα κορδόνια και ένα λουκέτο περασμένο στην ζώνη. Κατά τ'άλλα μαθητής του 17 (για την εποχή αυτό ήταν πολύ καλό), και αρκετά ντροπαλός. Καθηγήτρια φιλόλογος ονόματι Βερβέρη καθ' υπόδειξη της διεύθυνσης πρότεινε θέμα έκθεσης "Τα εγκαίνια του σχολείου μου". Παρέλειψα να σημειώσω ότι το σχολείο εγκαινιάσθη υπό του ευγενούς κ. Βαρβιτσιώτη υπ. Παιδείας τότε.
Έστιβα το κεφάλι μου ένα τέταρτο πως να ξεκινήσω. Ο πρόλογος ήταν πάντα το αδύνατο μου σημείο. Και ιδού:
Εντυπώσεις από την γιορτή των εγκαινίων του σχολείου μου
Παράγραφος 1η.
Μαζεύαμε τα χορτάρια από το χωράφι.
Μετά από 2 ώρες κοπιαστικής εργασίας δίχως να μας δωθεί δραχμή, μαζέψαμε 15 κιλά χορτάρια.
Πήγαμε να κάνουμε αποχή. Δεν μας άφησαν. Είπα στον εαυτό μου ότι δεν πρέπει να πάω. Πήγα.
Είμαι αντιδραστικός. Περίμενα επί μιάμιση ώρα στον καυτερό ήλιο της ερήμου παρακολουθώντας βόλλευ.
Παράγραφος 2η.
Το βόλλευ τελείωσε. 3-0 σετ. Οι παίκτες πέθαναν. Ο καυτερός ήλιος έγινε λιγότερο καυτερός.
Μπλε σύννεφα απλώθηκαν. Το αυτοκίνητο έφθασε. Ο υπουργός κατέβηκε. Ήρθε τελευταίος. Επίσημος. Σκυφτός. Αρχοντικός. Έπρεπε να κάνει εντύπωση. Δεν έπρεπε να δείχνει κοινός θνητός. Το κοστούμι του διαφορετικό. Τα παπούτσια του διαφορετικά. Η γραβάτα διαφορετική. Έπρεπε να είναι διαφορετικός. Ανεβαίνει στο βήμα. Σφυρίζω. Δεν ξέρω γιατί. Είμαι αντιδραστικός. Η παράσταση αρχίζει.
"Δόξα στον Πατέρα, στον Γιό και στο Άγιο Πνεύμα".
Τα μουστάκια του παπά γελούσανε.
Το στόμα του δεν γελούσε.
Έπρεπε να είναι σοβαρός. Έπρεπε να αρέσει στον κόσμο.
Ήταν υποχρεωμένος. Ήταν ηθοποιός.
Η παράσταση έπρεπε να πετύχει. Ξοδευτήκανε πολλά. Έπρεπε να πετύχει.
3η παράγραφος, 2η πράξη.
Ο υπουργός μιλά. Μας μιλά για την υποχρέωση μας να διαβάζουμε. Είναι έξυπνος. Δεν μιλά για δικές του. Τις δικές σας υποχρεώσεις. Σφυρίζω. Τώρα δίκαια. Ξέρω γιατί σφυρίζω. Η παράσταση φθάνει στο τέλος. Χειροκροτήματα ακούγονται από όλες τις μεριές της αίθουσας. Η παράσταση ήταν καλή. Οι ηθοποιοί υποκλίνονται ευχαριστημένοι. Η μασκαράτα τελείωσε. Ο ήλιος ξαναγίνεται καυτερός. Γελάει. Οι κορδέλες, τα σκηνικά φεύγουν. Δρόμο για την επόμενη παράσταση.
Την άλλη εβδομάδα είχαμε την διόρθωση των εκθέσεων. Να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Τι έγραψα ο μαλάκας;
Η Βερβέρη διάβασε τις εκθέσεις από 19 έως και 15. Δεν ανήκα στο κλάμπ. Την ήπια σκέφθηκα. Κάτω από την βάση. Και έξαφνα θαύμα, θαύμα. Να σας διαβάσω και κάτι αλλιώτικο. Με κρυφοκοιτούσε πονηρά και χωρίς να πεί το όνομά μου την διάβασε σε μια τάξη που την κοιτούσε σαν να διάβαζε κινέζικα.
Πήρα το 20άρι και η τάξη είδε τον κυψελιώτη μέ άλλο μάτι. Με άλλο μάτι με είδε και η ωραία της τάξης Καρόζη Γεωργία, φυσική ξανθιά, λευκό δέρμα, φακίδες, πονηρό ματάκι, που είχε ήδη πάρει κανα δυό. Μιλάμε για το 1979 και είμασταν 15άρικα. Πάντως εμενα δεν με πήρε τελικά. Μια αύρα κουλτούρας δεν φθάνει για να ρίξεις και να κρατήσεις την γυναίκα. Μεγάλο μάθημα.
Τα θυμήθηκα ακούγοντας Camel.
Πίνω μια ακόμη δεκάρα La Trapp. Καββαδίας, θάλασσα, γυναίκες, σχέσεις καθαρές, ντόμπροι άνθρωποι. Ο Jack τραγουδά για το λιμάνι. Θυμάμαι το Amstel-canal, και την μεσογειακή ατμόσφαιρα σε μια πολυ-πολιτισμική πόλη. Εκτιμώ την αλήθεια, όχι την επιστημοσύνη. Άνθρωποι και ποντίκια. Θέλω να κλάψω. Μα τι; Οι Άντρες δεν κλαίνε, μόνο κλέβουν. Δεν έχω άλλα λόγια μόνο εικόνες και κρύο αγέρα να σας δώσω.
(Από http://old-boy.blogspot.com)
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Y a des marins qui chantent Ναυτικοί που τραγουδούν
Les rêves qui les hantent Tα όνειρα που τους στοιχειώνουν
Au large d`Amsterdam Ανοιχτά του Aμστερντάμ
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ Y a des marins qui dorment Ναυτικοί που κοιμούνται
Comme des oriflammes Όπως τα λάβαρα
Le long des berges mornes Κατά μήκος των πένθιμων ιστών
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Άμστερνταμ
Y a des marins qui meurent Ναυτικοί που πεθαίνουν
Pleins de bière et de drames Γεμάτοι μπύρα και δράματα
Aux premières lueurs Με τις πρώτες αχτίδες του ήλιου
Mais dans le port d`Amsterdam Αλλά στο λιμάνι του Άμστερνταμ
Y a des marins qui naissent Ναυτικοί που γεννιούνται
Dans la chaleur épaisse Μέσα στην παχιά ζέστη
Des langueurs océanes Της μελαγχολίας του ωκεανού
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Y a des marins qui mangent Ναυτικοί που τρώνε
Sur des nappes trop blanches Σε κατάλευκα τραπεζόμαντηλα
Des poissons ruisselants Φρέσκα ψάρια
Ils vous montrent des dents Και σας δείχνουν δόντια ικανά
A croquer la fortune Να δαγκώσουν την τύχη
A décroisser la lune Να ξεκρεμάσουν τη σελήνη
A bouffer des haubans Να φάνε τα ξάρτια
Et ça sent la morue Jusque Και ο μπακαλιάρος μυρίζει
dans le coeur des frites Μέχρι την καρδιά της πατάτας
Que leurs grosses mains invitent Που με τα χοντρά χέρια τους
A revenir en plus Παραγγέλνουν ξανά
Puis se lèvent en riant Και κατόπιν σηκώνονται γελώντας
Dans un bruit de tempête Και μέσα στον θόρυβο της θύελλας
Referment leur braguette Κλείνουν το φερμουάρ τους
Et sortent en rotant Και ρεύονται καθώς βγαίνουν έξω
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Y a des marins qui dansent Ναυτικοί που χορεύουν
En se frottant la panse Και τρίβουν τις κοιλιές τους
Sur la panse des femmes Πάνω στις κοιλιές των γυναικών
Et ils tournent et ils dansent Και περιστρέφονται και χορεύουν
Comme des soleils crachés Σαν ήλιοι που τους έχουν φτύσει
Dans le son déchiré Μέσα στον σπαρακτικό ήχο
D`un accordéon rance Της γρατζουνιάς ενός ακορντεόν
Ils se tordent le cou Στραβολαιμιάζουν
Pour mieux s`entendre rire Για να ακουστούν καλύτερα όταν γελάνε
Jusqu`à ce que tout à coup Ώσπου ξαφνικά
L`accordéon expire Το ακορντεόν σταματά
Alors le geste grave Τότε με σοβαρές κινήσεις
Alors le regard fier Τότε με υπερήφανα βλέμματα
Ils ramènent leur batave Φέρνουν την Ολλανδέζα τους
Jusqu`en pleine lumière Στο φως του ήλιου
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Y a des marins qui boivent Ναυτικοί που πίνουν
Et qui boivent et reboivent Και πίνουν και ξαναπίνουν
Et qui reboivent encore Και πίνουν ξανά
Ils boivent à la santé Πίνουν στην υγειά
Des putains d`Amsterdam Των πορνών του Αμστερντάμ
De Hambourg ou d`ailleurs Του Αμβούργου ή αλλού
Enfin ils boivent aux dames Δηλαδή πίνουν στην υγειά των γυναικών
Qui leur donnent leur joli corps Που δωρίζουν το όμορφο κορμί τους
Qui leur donnent leur vertu Που δωρίζουν την αρετη τους
Pour une pièce en or Για ένα νόμισμα χρυσό
Et quand ils ont bien bu Κι όταν έχουν μεθύσει εντελώς
Se plantent le nez au ciel Βουτάνε την μύτη τους στον ουρανό
Se mouchent dans les étoiles Σκουπίζονται στα άστρα
Et ils pissent comme je pleure Και κατουράνε όπως εγώ κλαίω
Sur les femmes infidèles Πάνω στις άπιστες γυναίκες
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Dans le port d`Amsterdam Στο λιμάνι του Αμστερντάμ
Η λίμνη Τριχωνίδα με το μέτωπο της βροχής να προελαύνει και το αίτιο της παρουσίας μου να διακρίνεται στο λευκό βροχόμετρο.
Ανάμεσα από αλλαγές πανών και κούνημα στο λίκνο η φύση έδειξε πως δεν καταλαβαίνει από ανθρώπινα μαθηματικά μοντέλα και σχέδια. Ευτυχώς.
Η κόρη μου είδε νιφάδες για πρώτη φορά και ο Σωκράτης τραγουδά για την ζωή μας.
Με λόγια τόσο λίγα και τόσο πολλά. Σωκράτης Μάλαμας - Καληνύχτα
Επανέρχομαι συνεχώς λόγω εμμονών, στην θεωρία της μη ύπαρξης σωστού-λάθους.
Στην παράσταση που ζούμε, όλοι έχουν κάποιο ρόλο και δεν θα μπορούσε να υπάρξει ο πρωταγωνιστής, δίχως την ταξιθέτρια. Με ποιό δικαίωμα και με οποία έπαρση, εγώ, ο αναιδής, συμβούλευα τον φίλο μου Μιχάλη, για την πορεία που θα έπρεπε να πάρει η ζωή του. Αυτή είναι καθορισμένη από το ίδιο το καράβι που του εδώθη, στον ίδιο πλειστηριασμό που και εγώ έλαβα το δικό μου, την ποιότητα του πληρώματος, τον τελικό προορισμό -που εμείς ορίζουμε-, τον καιρό και τις διορθωτικές παρεκλίσεις που ως καπεταναίοι κάνουμε. Ζήσε την ζωή σου φίλε μου, εσύ που ποτέ δεν είπες, πώς, θα έπρεπε εμείς να ζήσουμε την δική μας.
Παραθέτω δύσκολη πλην ενδιαφέρουσα στιγμή της ζωής μου.
Αποκλεισμένοι ο συνάδελφος Φ.Κ. και εγώ στον δρόμο Προυσσός-Λαμπίρι.
Το τζιπ να γλυστρά και οριακά να γλυτώνουμε τον γκρεμό.
Ο Κ. φτυαρίζων με απώτερον σκοπόν τον επανασχηματισμό επιφανείας τριβής μεταξύ τροχών και οδοστρώματος, μπας και φθάσουμε Αγρίνιο και δεν ξεμείνουμε από καύσιμα -νηστικοί από το πρωί - στην κορυφή του διάσελλου.